Ξ

ξεφτέρι: πρόκειται για μεσαιωνική λέξη, για την οποία υπάρχουν δύο εκδοχές προέλευσης: 1) από τη λέξη ξυφτέρι, που προήλθε από τη λέξη εξυφτέριον και αυτή από την ελληνιστική οξυπτέριον, που προέρχεται από το επίθετο οξύπτερος (= αυτός που πετά γρήγορα), σύνθετο από τις αρχαίες λέξεις οξύς + πτερόν. 2) από τη λέξη ξιπτέρι, που προήλθε από τη λατινική λέξη accipiter (= γεράκι).
ξίδι: πρόκειται για μεσαιωνική λέξη, που προέρχεται από την (αμάρτυρη) λέξη *οξίδι και αυτή από την ελληνιστική λέξη οξίδιον, υποκοριστικό της αρχαία λέξης το όξος (= ξίδι), παράγωγο του επιθέτου οξύς.
~ Από τη λέξη όξος, επίσης, προέρχεται το ελληνιστικό επίθετο όξινος, από το οποίο προήλθε το μεσαᎹωνικό επίθετο ξινός.
ξιπασιά: σημαίνει «έπαρση, αλαζονεία» και προέρχεται από το ρήμα ξιπάζω, που προήλθε από το μεσαιωνικό ρήμα ξυπάζω, αυτό από το εξυπάζω και αυτό από το ρήμα εκσυσπάζω. Το τελευταίο προήλθε από το αρχαίο ρήμα εκσυσπώ, σύνθετο από τις λέξεις εκ + συσπώ (ρήμα σύνθετο από τις λέξεις συν + σπω = σπάζω). Η γραφή της λέξης με ι οφείλεται σε λανθασμένη ετυμολόγηση από το ελληνιστικό ρήμα εξ-ιππάζομαι (= εξέρχομαι έφιππος).
ξόβεργα: προέρχεται από τη μεσαιωνική λέξη ξόβεργον, που προήλθε από τη λέξη ιξόβεργον, σύνθετη από την αρχαία λέξη ο ιξός (= είδος φυτού και η κόλλα που προέρχεται από αυτό) + βέργα (προήλθε από την ιταλική λέξη verga και αυτή από τη λατινική virga).
ξοδεύω: σημαίνει «δαπανώ», πρόκειται για μεσαιωνικό ρήμα, που προέρχεται από το ελληνιστικό ρήμα εξοδεύω (= εξέρχομαι), παράγωγο της αρχαίας λέξης έξοδος, σύνθετη από τις λέξεις εκ ή εξ + οδός.
~ Επίσης, από τη λέξη έξοδος, η οποία στην ελληνιστική εποχή απέκτησε τη σημασία «δαπάνη, έξοδα», προέρχεται το ελληνιστικό ρήμα εξοδιάζω, που σημαίνει «δαπανώ», από το οποίο προήλθε το μεσαιωνικό ξοδιάζω με την ίδια σημασία.
~ Επιπλέον, από την αρχαία λέξη έξοδος, η οποία σήμαινε επίσης «το τελευταίο μέρος στη θεατρική παράσταση μιας τραγωδίας», προήλθε το επίθετο εξόδιος. Από αυτό προέκυψε η ελληνιστική λέξη εξόδιον, που σήμαινε «περιφορά νεκρού», η οποία γινόταν στο θέατρο κατά την έξοδο μιας τραγωδίας, ενώ από αυτή προήλθε η μεσαιωνική λέξη ξόδι (= κηδεία).
ξόμπλι: πρόκειται για γλωσσικό δάνειο, είναι μεσαιωνικό ρήμα, σημαίνει «κεντίδι» και προέρχεται από τη λέξη εξόμπλιον και αυτή από την ελληνιστική έξομπλον, η οποία προήλθε από τη λατινική λέξη exemplum (= παράδειγμα).
ξυπόλυτος: πρόκειται για μεσαιωνικό επίθετο, που προέρχεται από τη λέξη εξυπόλυτος και αυτή από το ελληνιστικό ρήμα εξυπολύω (= λύνω τα υποδήματα), σύνθετο από τις αρχαίες λέξεις εκ ή εξ + υπολύω, ρήμα σύνθετο από τις λέξεις υπό + λύω (= λύνω).